Εαρινό κοντσέρτο με τον Δημήτρη Τουφεξή

Σα 30 Μαρ 2019.

Germ      O ΔΗΜΟΣ ΛΑΡΙΣΑΙΩΝ, H ΑΝΤΙΔΗΜΑΡΧΙΑ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ & ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ, ΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΩΔΕΙΟ ΛΑΡΙΣΑΣ ΚΑΙ Ο ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΦΙΛΩΝ Σ.Ο.Λ., υποδέχονται την άνοιξη με τη ΣΥΝΑΥΛΙΑ της ΣΥΜΦΩΝΙΚΗΣ ΟΡΧΗΣΤΡΑΣ ΛΑΡΙΣΑΣ "ΕΑΡΙΝΟ ΚΟΝΤΣΕΡΤΟ" με Σολίστ τον Δημήτρη Τουφεξή στο πιάνο και στη Μουσική διεύθυνση τον Χρήστο Κτιστάκη.
     Η Συμφωνική ορχήστρα της Λάρισας, συμμετέχοντας πάντα ενεργά και ουσιαστικά στο καλλιτεχνικό γίγνεσθαι της πόλης μας, επιστρέφει αυτή τη φορά σφραγίζοντας μια πολυετή συνεργασία με τον διεθνούς φήμης πιανίστα Δημήτρη Τουφεξή που θα ερμηνεύσει το 2o Κοντσέρτο για πιάνο του Sergei Rachmaninoff.
     Παραμένοντας σε ρώσικο χαρακτήρα το πρόγραμμα συνεχίζεται με τους Πολοβτσιανούς χορούς του Alexander Borodin και με το Βαλς από την 2η jazz σουΐτα του Dmitri Shostakovich. Η βραδιά θα κλείσει με το 'Mambo' από το 'West side Story' του Leonard Bernstein.
    

Δημήτρης Τουφεξής

     Διεθνώς διακεκριμένος μουσικός με πλούσια καριέρα και πολυσήμαντη παρουσία στον ελληνικό μουσικό χώρο. Ως σολίστ, έχει κερδίσει την αναγνώριση σε όλες τις ηπείρους της παγκόσμιας μουσικής κοινότητας. Ως διευθυντής ορχήστρας έχει αποσπάσει επαινετικές κριτικές και σχόλια για το έργο του. Ως δάσκαλος, αποτελεί σημείο αναφοράς για τους μαθητές του, για την αμεσότητα με την οποία τους μεταδίδει τη δεξιοτεχνία και το πάθος του για τη μουσική. Έχει τιμηθεί από την Κυπριακή Κυβέρνηση με το Μετάλλιο του Ζήνωνα για την προσφορά του στον Πολιτισμό.

     Ο Δημήτρης Τουφεξής γεννήθηκε στην Αίγυπτο, όπου από την ηλικία των τριών ετών μυήθηκε στον κόσμο της μουσικής από τον πατέρα του. Το ταλέντο του στο πιάνο φάνηκε νωρίς. Σε ηλικία μόλις 10 ετών απέσπασε διπλή υποτροφία από την περίφημη Julliard School of Music της Νέας Υόρκης όπου πραγματοποίησε όλες τις μουσικές σπουδές του. Ενθουσίασε τους κριτικούς από το ντεμπούτο του κιόλας στο Carnegie Hall της Νέας Υόρκης και στο Kennedy Center της Ουάσινγκτον. Στη σταδιοδρομία του κέρδισε πολλές διακρίσεις και βραβεία όπως το Katherine Tuck, το βραβείο των New York Times, το Α' βραβείο στο Διεθνή Διαγωνισμό Πιάνου Three Rivers που επιχορηγείται από την Κρατική Ραδιοφωνία και της Συμφωνικής του Πίτσμπουργκ καθώς και το βραβείο Wurlitzer και μάλιστα για τέσσερις συνεχόμενες φορές. Διέγραψε μια θριαμβευτική πορεία σε ολόκληρο τον κόσμο. Έχει δώσει εκατοντάδες ρεσιτάλ στις μεγαλύτερες αίθουσες της Αμερικής, της Ευρώπης και της Ασίας. Έχει εμφανιστεί ως σολίστ με τις πιο σημαντικές συμφωνικές ορχήστρες του κόσμου: της Ν. Υόρκης, της Βοστόνης, του Πίτσμπουργκ, της Χονολούλου, του Σιάτλ, του Σαν Φρανσίσκο, της Φλόριντα, της Πενσυλβάνια, της Δρέσδης, του Λονδίνου, της Γιουγκοσλαβίας, της Βιέννης, του Βουκουρεστίου, της Ρωσίας, της Ταϊβάν, της Ταϋλάνδης, του Μεξικού, της Κολομβίας, της Βραζιλίας, της Κύπρου, της Αυστραλίας, της Ελβετίας, της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης κ.α. Έχει εμφανιστεί σε πενήντα Πολιτείες των ΗΠΑ, όπου πραγματοποιεί περιοδείες σε ετήσια βάση και έχει παίξει δέκα φορές στο Λευκό Οίκο παρουσία του Προέδρου των Η.Π.Α., πάνω από σαράντα φορές στο Lincoln Center και αρκετές στον Ο.Η.Ε. Το 2000 εμφανίστηκε με μεγάλη επιτυχία στο Wigmore Hall του Λονδίνου και αργότερα πραγματοποίησε περιοδεία στη Γερμανία με τη Φιλαρμονική της Δρέσδης. Έχει παίξει στα φεστιβάλ Caramoor (Ν. Υόρκη), Bar Harbor (Μέιν), Three Riνers (Πίτσμπουργκ) και Gina Bahauer (Χαλκιδική). Έχει επανειλημμένα εμφανιστεί ως σολίστ και με ορχήστρες στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.
Germ

     Έχει λάβει αναγνώριση σε ένα ευρύτατο ρεπερτόριο, με έμφαση στα έργα των Bach, Mozart, Beethoven, Chopin, Ραχμάνινοφ, Debussy και Gershwin. Ο ίδιος δεν κρύβει τη μουσική προτίμησή του στους Ρώσους συνθέτες. Ο Δημήτρης Τουφεξής θυμάται πάντα τις συνεργασίες του με τους κορυφαίους μαέστρους Bernstein, Previn, Johannos, Maazel, Rudel, Katims, Fiddler, Schneider και Mehta, αλλά και με τους Sunshine, Spieth, Chung, Καρυτινό, Φιδετζή και Μιχαηλίδη. Ο ίδιος έχει διευθύνει με επιτυχία τη Φιλαρμονική του Βουκουρεστίου, το Bradenburg Ensemble, τις Κρατικές Ορχήστρες Αθηνών και Θεσσαλονίκης, την Ορχήστρα Δωματίου του Λονδίνου, την Ορχήστρα Δωματίου L.V.C.o., την Ορχήστρα Δωματίου και τη Χορωδία του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδας (Deree), τις οποίες ίδρυσε και τη Feminarte.

     Δίδαξε για πολλά έτη στο Lehigh University και το Moraνian University και για δύο έτη στο Julliard School of Music. Επίσης, καλείται συχνά να διδάξει σε σεμινάρια πιάνου στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Έχει επανειλημμένα διατελέσει μέλος επιτροπών Διεθνών Διαγωνισμών Πιάνου. Είναι μόνιμος καθηγητής στο Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδας τα τελευταία τριάντα έτη. Μαθητές του έχουν διαπρέψει στο χώρο της μουσικής ως μαέστροι και πιανίστες. Πρόσφατα έκανε στο Λονδίνο μια σειρά ηχογραφήσεων για το BBC και έχει πραγματοποιήσει περισσότερες από τριακόσιες εξήντα τηλεοπτικές εμφανίσεις. Έχει ηχογραφήσει πέντε δίσκους με τη "Musical Ηeritage" στις Η.Π.Α., τρεις με τη Phillips και έναν με το "Φίλιππο Νάκα" στην Ελλάδα. Το CD του "Romantic Piano Masterpieces"προτάθηκε για βραβείο Grammy.

Germ

'Mambo' from 'West side Story'

     Ο Leonard Bernstein (1918-1990), ίσως η διασημότερη και πιο επιτυχημένη μουσική προσωπικότητα στην ιστορία της κλασσικής μουσικής της Αμερικής, με πολύπλευρη ευφυία τόσο ως πιανίστας μα και ως μαέστρος, συνθέτης και παιδαγωγός, προσέφερε ένα στίγμα ιδιαίτερης αξίας σε παγκόσμια κλίμακα.
     Μετά τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο του Harvard συνδέθηκε με βαθειά φιλία με τον Aaron Copland, γνωστό Αμερικανό σύνθετη και λίγο αργότερα με τον ιδιοφυή Δημήτρη Μητρόπουλο, σύνθετη και μαέστρο με έξοχη μουσική πορεία στην Αμερική, που υπήρξε μέντοράς του και επικεφαλής της Φιλαρμονικής ορχήστρας της Ν. Υόρκης τον οποίο και διαδέχθηκε.
     Στο ρεπερτόριο του ως διευθυντής ορχήστρας καλύπτει ένα ευρύ χρονολογικό φάσμα έργων, από τον Haydn εώς και την σύγχρονη Αμερικανική μουσική. Είναι εντυπωσιακό δε, ότι στα χρόνια από το 1955 και μετά, η Φιλαρμονική της Ν. Υόρκης την οποία διηύθυνε, τριπλασίασε το κοινό της και ανέπτυξε σταθερή τηλεοπτική παρουσία.
     Η συνθετική του δραστηριότητα περιλαμβάνει κυρίως έργα σκηνικά, όπερες, μπαλέτα, μιούζικαλ μα και συμφωνικά, καθώς και μουσική δωματίου.
     Ως χαρισματικός ομιλητής, στις πολυάριθμες ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές του, με καθαρά παιδαγωγικό στόχο, κατάφερε να επηρεάσει μια ολόκληρη γενιά ακροατών κάθε ηλικίας, αναδεικνύοντας διαχρονικές μουσικές αξίες. Ιστορικές παραμένουν οι διαλέξεις του στο Πανεπιστήμιο του Harvard όπου εστιάζει στις κοινές ρίζες μουσικής και γλώσσας.
     Στο μιούζικαλ ‘West Side Story’, ξαναζωντανεύει, σε μια σύγχρονη εκδοχή, την ιστορία του Ρωμαίου και της Ιουλιέττας του W. Shakespeare, όπου η ιστορία αγάπης εκτυλίσσεται αυτή τη φορά, μεταξύ δύο αντιπάλων συμμοριών στη Ν. Υόρκη του 1950. Αυτό το μιούζικαλ υπήρξε πρωτοποριακό και για τα χορευτικά του μέρη τα οποία συλλέχθηκαν κι αποτελούν αυτοτελές συμφωνικό έργο. Το ‘Mambo’ είναι ένας γρήγορος κουβανέζικος χορός που, σύμφωνα με την επιθυμία του συνθέτη, θέλει να μας σηκώσει να χορέψουμε. Ο Bernstein συνδυάζει με ασύγκριτη μαεστρία κρουστά, έγχορδα και πνευστά όργανα, latin ρυθμούς και jazz αρμονίες, προσφέροντας μια μορφή σύγχρονης αμερικάνικης όπερας γεμάτης δύναμη και φρεσκάδα.
    

2o κοντσέρτο για πιάνο.

Ο Sergei Rachmaninoff (1873-1943) είναι ο τελευταίος μεγάλος εκπρόσωπος του ύστερου Ρωσικού Ρομαντισμού. Από τους πιο προικισμένους πιανίστες της εποχής του, μα και έξοχος μαέστρος και συνθέτης, κατάφερε να ακολουθήσει και τις τρεις καριέρες επιλέγοντας μία σε κάθε πτυχή της ζωής του.
     Στα εφηβικά του χρόνια, λόγω της ιδιαίτερης δεξιότητάς του ως πιανίστας, δεν ενθαρρύνθηκε καθόλου από τους δασκάλους του να πειραματιστεί στη σύνθεση. Ωστόσο το δημιουργικό του ένστικτο βρήκε διέξοδο και άρχισε να αποδίδει καρπούς. Ολοκληρώνει τις σπουδές του στο Κονσερβατόριο της Μόσχας αποσπώντας ειδικό βραβείο και συγχρόνως συνθέτει. Όμως η αποτυχημένη πρεμιέρα της πρώτης του συμφωνίας το 1897 τον επηρρεάζει και για τρία χρόνια αποφασίζει να απέχει από την συνθετική διαδικασία. Εκεί ακριβώς αναδύεται το ταλέντο του στη διεύθυνση ορχήστρας. Η συνεργασία του με την Όπερα της Μόσχας, του προσφέρει εξαίρετες κριτικές τόσο στη Ρωσία όσο και στην Ευρώπη.
     Στο γύρισμα του αιώνα επανακτώντας την αυτοπεποίθησή του, η επιθυμία του να δημιουργήσει νέα έργα επιστρέφει. Έτσι το καλοκαίρι του 1900 στην Ιταλία, ξεκινά να συνθέτει το πιο δημοφιλές έργο του, το 2ο κοντσέρτο για πιάνο. Με την επιστροφή του στην Ρωσία το φθινόπωρο, ολοκληρώνει το δεύτερο και τρίτο μέρος και τα παρουσιάζει στο τέλος του χρόνου. Η επιτυχία δεν είχε προηγούμενο, γεγονός που τον ενθάρρυνε να τελειώσει και το πρώτο μέρος.
     Η λαμπρή συνολική πορεία του συνθέτη συνεχίζεται τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Αμερική όπου μεταναστεύει λόγω της έκρυθμης πολιτικής κατάστασης στη Ρωσία το 1917, αλλά και αργότερα το 1939 υπό την απειλή του επερχόμενου πολέμου. Αν και πολίτης του κόσμου, όπου κι αν εγκαθίσταται, παραμένει αφοσιωμένος στη γλώσσα και στις συνήθειες της ρωσικής παράδοσης.
     Ανάμεσα στα έργα του, όπερες, τραγούδια, συμφωνίες, μουσική δωματίου, τα έργα για πιάνο κυριολεκτικά δεσπόζουν. Ο απώτερος στόχος του ξεπερνά τη δεξιοτεχνία κι εστιάζει στην εξερεύνηση της εκφραστικότητας του οργάνου.
     Στο 2ο κοντσέρτο, το σκοτεινό ξεκίνημα του πιάνου διαδέχεται η κεντρική μελωδία της ορχήστρας με τον ιδιαίτερο ρωσικό χαρακτήρα της. Η δεξιοτεχνία στη γραφή του σολιστικού μέρους, δείχνει και το απαράμιλλο ταλέντο του ίδιου του συνθέτη ως ερμηνευτή. Ωστόσο, αν και το πιάνο δοξάζεται στη σκηνή, η αριστοτεχνική και λεπτή μεταχείριση των ηχοχρωμάτων της ορχήστρας αναδεικνύει υπέροχα, άλλοτε το πάθος ή τον λυρισμό κι άλλοτε την μελαγχολία ή τον θρίαμβο.
Germ

Germ

Βαλς από τη 2η jazz σουΐτα.

     Ο Dmitri Shostakovich γεννήθηκε στις 25 Σεπτεμβρίου 1906 (12 Σεπτεμβρίου με το παλαιό ημερολόγιο) στην Αγία Πετρούπολη. Ο πατέρας του ήταν πολωνικής καταγωγής και η μητέρα του μακρινής ελληνικής. Παρά την οικογενειακή μουσική παράδοση (η μητέρα του ήταν πιανίστα), ο Dmitri αρχικά δεν ενδιαφερόταν καθόλου για τη μουσική. Η μητέρα του, όμως, σύντομα κατάφερε να στρέψει το ενδιαφέρον του Μίτια, όπως ήταν το χαϊδευτικό του, στο πιάνο.
     Η ζωή του σημαδεύτηκε από την αντιφατική του σχέση με το σοβιετικό καθεστώς, το οποίο δυο φορές αποκήρυξε τη μουσική του (το 1936 και το 1948), ενώ κατά καιρούς απαγόρευε έργα του. Ταυτόχρονα, υπήρξε ο δημοφιλέστερος σοβιετικός συνθέτης της γενιάς του και τιμήθηκε με πολυάριθμες διακρίσεις και κρατικά βραβεία.
     Η μουσική του Σοστακόβιτς αποκαλύπτει την επίδραση πολλών από τους συνθέτες που θαύμαζε: τον Μπαχ, τον Μπετόβεν, τον Μάλερ και τον Μπεργκ. Από τους ρώσους συνθέτες, εκτιμούσε κυρίως τους Μουσόργκσκυ, Προκόφιεφ και Στραβίνσκι.
     Η σουίτα ολοκληρώθηκε το 1938. Μετά από χρόνια χρησιμοποιήθηκε ως μέρος του soundtrack για τη ρωσική ταινία The First Echelon (1955). Η σουίτα αποτελείται από οκτώ μικρά μέρη, τα οποία είναι για ορχήστρα και επιπλέον jazz όργανα. Διάσημο φυσικά το βάλς το οποίο θα ακούσουμε. Στο σημείωμα του συνθέτη στην αρχή της παρτιτούρας του βάλς, ο Σοστακόβιτς γράφει ότι τα μέρη μπορούν να παιχτούν με οποιαδήποτε σειρά και δεν χρειάζεται να παιχτούν όλα μαζί σε μία παράσταση.
     Το Βαλς Νο 2 είναι σίγουρα το πιο διάσημο μέρος από τη σουίτα, κυρίως λόγω της υπαγωγής του στην ταινία The First Echelon (IMDB)- (Youtube).

Germ

Πολοβτσιανοί χοροί από την όπερα "Πρίγκιπας Ιγκόρ"

     O Ρώσος συνθέτης Aleksandr Borodin (1833-1887), αναδείχθηκε από τα νεανικά του χρόνια, εξαίρετος επιστήμονας με ειδίκευση στην έρευνα της ιατρικής και της χημείας. Ωστόσο το χάρισμά του στη σύνθεση δεν έμεινε ανεκμετάλλευτο. Η σύλληψη της όπεράς του "Πρίγκιπας Ιγκόρ" αναδύθηκε όταν ανακάλυψε το επικό ποίημα του 12ου αιώνα που αφηγείται την ιστορία του ηρωϊκού Ρώσου Πρίγκηπα και των συντρόφων του ενάντια στις επιδρομές των Πολοβτσιανών, μιας Μογγολικής νομαδικής φυλής.
     Ο Borodin συνέθεσε τους χορούς με χορωδιακό μέρος, ως κατάληξη της δεύτερης πράξης. Ωστόσο το έργο ερμηνεύεται συχνά ως Σουΐτα (σύνολο χορευτικών κομματιών) αμιγώς ορχηστρικό, χωρίς χορωδία.
     Όμως ο ξαφνικός του θάνατος το 1887 αφήνει τον Πρίγκιπα Ιγκόρ ημιτελή. Στις εξωτικές μελωδίες των Πολοβτσιανών χορών, ο Borodin συνδυάζει έξοχα τον μελαγχολικό λυρισμό με τον άγριο δυναμισμό. Την όπερα αναλαμβάνουν να ολοκληρώσουν αριστοτεχνικά οι σπουδαίοι συνθέτες R. Korsakov και Al. Glazunov. Τον καιρό μάλιστα που ο Korsakov επεξεργαζόταν τους Πολοβτσιανούς χορούς εμπνεύστηκε το έργο του που έμελλε να γίνει το πιο δημοφιλές, τη ‘Scheherazade’.Η πρεμιέρα του Πρίγκηπα Ιγκόρ γίνεται το 1890 στο θέατρο Μαριίνσκυ της Αγ. Πετρούπολης. Το θέμα των Πολοβτσιανών χορών δεν άφησε ασυγκίνητο τον θρυλικό θεατράνθρωπο S. Diaghilev που τους ανεβάζει για πρώτη φορά στο Παρίσι το 1909 σε χορογραφία του M. Fokine.
Germ

Το πρώτο εξώφυλλο της όπερας 'Prince Igor'

Τι έγραψε ο Λαρισαϊκός τύπος

Larissa NET.gr